Η χώρα επέμεινε να πληρώνει τις δόσεις του χρέους σε βάρος της ανάπτυξης και δεν προσέφυγε στην Λέσχη των Παρισίων όπου μετά από διαπραγματεύσεις θα πλήρωνε το 30%. Οι ευθύνες των πολιτικών. Γράφει ο Τ. Μίχας.
του Τάκη Μίχα*

Το ερώτημα που θα θέσουν οι ιστορικοί του μέλλοντος αναμφίβολα θα είναι:
Γιατί δεν κήρυξε χρεοκοπία και στάση πληρωμών η Ελλάδα κατά την επταετία 2010- 2017;
Γιατί συνέχισε να πληρώνει τις δόσεις ενός τερατώδους χρέους σε βάρος τόσο της οικονομικής της ανάπτυξης όσο και της ευημερίας των πολιτών της;
Γιατί δεν προσέφυγε ευθύς εξ αρχής στην Λέσχη των Παρισίων όπου μετά από διαπραγματεύσεις τελικά –αν κρίνουμε από ανάλογες περιπτώσεις-θα πλήρωνε το 30% του χρέους;
Tι είναι εκείνο που οδήγησε –σε πείσμα κάθε οικονομικής λογικής –στην διαμόρφωση μιας συμμαχίας πολιτικών προερχομένων από την αριστερά και από την δεξιά που λυσσωδώς επέμενε στην αποπληρωμή του χρέους ενώ ο κόσμος γκρεμιζόταν γύρω τους;
Τα ερωτήματα αυτά ασφαλώς γίνονται ακόμα πιο πιεστικά αν λάβουμε υπόψη μας ότι η στρατηγική της χρεωκοπίας δεν είναι καθόλου ξένη στην ιστορία της Ελλάδας. Σύμφωνα με τους γνωστούς οικονομολόγους Carmen M. Reinhart και Kenneth S. Rogoff «η Ελλάδα βίωσε το ήμισυ της ιστορίας της ως ανεξάρτητου κράτους σε καθεστώς χρεοκοπίας».
Τι την εμπόδιζε λοιπόν να συνεχίσει αυτήν την «στρατηγική επιλογή» όπως την είχε αποκαλέσει σε διάλεξη του ο καθηγητής Αστέρης Χουλιάρας;
Στα πλαίσια του αφηγήματος που σερβίρουν με πιεστική μονοτονία τα συστημικά ΜΜΕ η απόφαση της αποπληρωμής του κρατικού χρέους αποτελεί μία ένδειξη «ωρίμανσης» του πολιτικού συστήματος της χώρας , μια ένδειξη ότι η χώρα έχει αφήσει πίσω της «τον κακό της εαυτό», μία ακόμα απόδειξη ότι βρίσκεται στον «σωστό δρόμο» που θα την φέρει να διεκδικεί την θέση που της «αρμόζει» δίπλα σε χώρες όπως η Δανία, η Γερμανία η Ιρλανδία κλπ.
Πρόκειται για ένα πολύ χαριτωμένο προτεσταντικό παραμύθι για να λέμε στα εγγονάκια μας, μόνο που όπως όλα τα παραμύθια δεν έχει και πολύ σχέση με την πραγματικότητα.
Αυτό που δείχνει η ιστορία είναι ότι τα καθεστώτα εκείνα που προτιμούν να αποπληρώσουν το εξωτερικό χρέος σε βάρος της ευημερίας των πολιτών τους όχι μόνο δεν αντιπροσωπεύουν δείγματα «δημοκρατικής ωρίμανσης» αλλά αντίθετα πρόκειται για αποκρουστικά και καταπιεστικά καθεστώτα.
Δύο τέτοια χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι: H Ρουμανία του Νικολάι Τσαουσέσκου και η Βενεζουέλα του Νικόλα Μαδούρο.
Μεταξύ των ετών 1975-1989 η Ρουμανία κατέβαλε σε ξένες τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα 21 δισ. δολάρια - ένα τέταρτο αυτού του ποσού το 1986. Για να μπορέσει να το επιτύχει αυτό εξήγαγε ολόκληρη την αγροτική της παραγωγή με αποτέλεσμα, ο κάθε Ρουμάνος πολίτης να μπορεί να αποκτήσει κάθε μήνα μόνο μισό κιλό κρέας, ένα λίτρο λάδι, 350 γραμμάρια ζάχαρης και 150 γραμμάρια αλεύρι ημερησίως. Επίσης δελτίο είχε μπει στο γάλα, στις πατάτες, στο βούτυρο και στα αυγά.
Οσον αφορά τώρα την Βενεζουέλα του Μαδούρο οι τεράστιες ελλείψεις που παρουσιάζονται σε διάφορους τομείς της οικονομίας –με ιδιαίτερη έμφαση στα φαρμακευτικά προϊόντα-οφείλεται στο γεγονός ότι οι επιχειρήσεις δεν έχουν αρκετά δολάρια για να κάνουν τις εισαγωγές πρώτων υλών που θα τους επιτρέψουν να παράγουν.
Η Κεντρική Τράπεζα της χώρας αποφασίζει πως θα διανείμει στις επιχειρήσεις το ξένο συνάλλαγμα που προέρχεται από τις εισαγωγές. Τον τελευταίο καιρό τα έσοδα από τις εξαγωγές της χώρας-κατά 90% από πετρέλαιο-έχουν μειωθεί σημαντικά λόγω της μείωσης της τιμής του πετρελαίου και της πτώσης της παραγωγής της κρατικής εταιρείας πετρελαίου. Από τα (μειωμένα) έσοδα τον πρώτο λόγο έχει η αποπληρωμή των κρατικών δανείων και μετά η παροχή συναλλάγματος στις επιχειρήσεις της χώρας. Με αποτέλεσμα τις ελλείψεις.
Τα καθεστώτα Τσαουσέσκου και Μαδούρο δείχνουν ότι εμμονή στην αποπληρωμή τους εξωτερικού χρέους δεν αντιπροσωπεύει καμία «δημοκρατική ευαισθησία»-μάλλον το αντίθετο. Όπως αναφέρει σε άρθρο του ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ Kenneth Rogoff:
“Δεν είναι σαφές γιατί ο Νικόλα Μαδούρο έχει τόσο άγχος να αποφύγει μια στάση πληρωμών του εξωτερικού χρέους ώστε να προτιμά να αφήσει το λαό του να πεινάει όπως λίγο-πολύ έκανε και ο δικτάτορας της Ρουμανίας Νικολάι Τσαουσέσκου την δεκαετία του 80».
Μπορούμε να μεταφέρουμε την απορία του Rogoff και στην περίπτωση της Ελλάδας: Πού οφείλεται η εμμονή της ηγεμονεύουσας τάξης των πολιτικών στην Ελλάδα να αποπληρώσει το χρέος πνίγοντας την χώρα στους φόρους, διαλύοντας την μεσαία τάξη και οδηγώντας γενιές νέων στην ισόβια ανεργία;
Όπως έχει δείξει η σχολή των οικονομολόγων της Public Choice οι επιλογές της τάξης των πολιτικών έχει ελάχιστη σχέση με το «δημόσιο συμφέρον» και τεράστια σχέση με τα ατομικά τους συμφέροντα. Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η τάξη των πολιτικών στην Ελλάδα- παρά τις «ιδεολογικές» διαφορές που τους χωρίζουν – εμμένει λυσσωδώς στην αποπληρωμή του χρέους.
Όπως πιστοποιεί η ιστορική εμπειρία κάθε περίπτωση χρεοκοπίας σε μία χώρα οδηγεί σε ανακατάταξη του πολιτικού προσωπικού. Μετά από μια χρεοκοπία της Ελλάδας στην νέα Βουλή θα είχαμε πιθανότατα τελείως νέα κόμματα και τελείως νέα πολιτικά πρόσωπα. Αυτές τις εξελίξεις ,που ασφαλώς θίγει καίρια τα συμφέροντα της, επιθυμεί να αποτρέψει η σημερινή ηγεμονεύουσα αριστεροδεξιά πολιτική τάξη αποφεύγοντας να κηρύξει στάση πληρωμών.
Όπως ακριβώς έκανε στο παρελθόν ο Τσαουσέσκου και κάνει σήμερα ο Μαδούρο!

* Ο Τάκης Μίχας σπούδασε Ανθρωπολογία στη Δανία και εργάστηκε για πολλά χρόνια σε Ελευθεροτυπία και Καθημερινή. Υπήρξε αρθρογράφος της Wall Street Journal και άλλων διεθνών εντύπων καθώς και συγγραφέας βιβλίων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ζει στη Λατινική Αμερική, όπου γράφει βιβλίο για το φαινόμενο του Populismo.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top