του Πέτρου Ι. Μηλιαράκη*
            Πολλές φορές εγείρεται το ερώτημα (και μάλιστα ευλόγως), πώς είναι δυνατόν τα Ενωσιακά Όργανα, να υποκύπτουν σε «πιέσεις» ή άλλως να χαρακτηρίζονται από «λανθασμένες εκτιμήσεις», και το χειρότερο από «παράνομες πράξεις» ή «παραλείψεις». Και όμως, συμβαίνουν τα προαναφερθέντα, είτε σκοπίμως, είτε λόγω αμελείας. Το εύλογο δε ερώτημα του: «πώς είναι δυνατόν τα Ενωσιακά Όργανα να σφάλουν;» το αντιμετωπίζει ήδη το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο και μάλιστα με τις πρωτογενείς διατάξεις του.
            Υπ’ όψιν δε ότι η ενωσιακή έννομη τάξη, όχι μόνο αντιμετωπίζει, αλλά και προβλέπει τις προαναφερόμενες παράνομες πράξεις και παραλείψεις, εξού λόγου και έχουν θεσπισθεί πρόνοιες ειδικώς για τις ευθύνες των Ενωσιακών Οργάνων. Οι ευθύνες δε αυτές αντιμετωπίζονται με αιτήματα δικαστικής προστασίας ενώπιον των Δικαιοδοτικών Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (του Λουξεμβούργου), είτε μέσω της ακυρωτικής διαδικασίας, είτε μέσω αγωγών αποζημίωσης. Ειδικότερα, δε, προβλέπεται η «εξωσυμβατική ευθύνη» των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο παρόν κείμενο (όσο το περίγραμμα επιτρέπει), θα προσπαθήσουμε να εστιάσουμε δύο (2) κύριες ευθύνες ως προς το ελληνικό δημόσιο χρέος ως εξής:  
·         οι ευθύνες ως προς το ελληνικό δημόσιο χρέος
            Τεράστιες είναι οι ευθύνες των Ενωσιακών Οργάνων που δια παραλείψεως ευθύνονται (και) για τη δημιουργία του ελληνικού δημοσίου χρέους. Και τούτο γιατί με σειρά διατάξεων πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Ενωσιακού  Δικαίου εγκαθιδρύονται πρόνοιες ώστε να μην συμβεί ποτέ ό,τι συνέβη στην Ελλάδα. Έτσι (αντί πολλών και όσων μπορούν ενταύθα να καταγραφούν), το Συμβούλιο όταν διαπιστώσει ότι το Κράτος-Μέλος που παρεκτρέπεται δεν έχει συμμορφωθεί με τις συστάσεις του για τον περιορισμό του ελλείμματος, και μάλιστα εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος, τότε έχει την υποχρέωση να προβεί σε δημόσια ανακοίνωση προτού το παρεκτρεπόμενο Κράτος-Μέλος «εκτεθεί στις αγορές». Έτσι, σε περίπτωση δημοσιονομικής παρεκτροπής, το Συμβούλιο, κυρίως:
            α) Υποχρεώνει το παρεκτρεπόμενο Κράτος να μην «εκδώσει ομολογίες και χρεόγραφα», προτού προβεί σε δημόσια ενημέρωση των στοιχείων της δημοσιονομικής του κατάστασης. (Εάν παρά ταύτα εκδοθούν οι «σχετικοί τίτλοι» και οι αγορές ανταποκριθούν, αυτό θα λάβει χώρα με αποκλειστική ευθύνη των αγορών.)
            β) Καθορίζει το εύρος και τα ακριβή στοιχεία που απαιτούνται για πρόσθετες δημόσιες πληροφορίες, πριν το παρεκτρεπόμενο Κράτος προβεί στην «έκδοση ομολογιών και χρεογράφων».
            γ) Στερεί, το παρεκτρεπόμενο Κράτος (υπό προϋποθέσεις), ακόμη και από το δικαίωμα ψήφου στο Συμβούλιο. (Έσχατο μέτρο!)
            Κατ’ ουσίαν δηλαδή το Συμβούλιο με ευθύνη του, θέτει στο παρεκτρεπόμενο Κράτος-Μέλος προϋποθέσεις προτού αυτό εκτεθεί σε δημόσιο δανεισμό. Τα «πρόσθετα» δε «στοιχεία» που απαιτούνται προφανώς δεν αφορούν τα όσα (μόνο) η οικεία (Εθνική) Στατιστική Υπηρεσία παρέχει αλλά αφορούν και την αντίστοιχη Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Eurostat).  
            Με βάση τα προεκτεθέντα αναντίρρητο είναι ότι για την περίπτωση του ελληνικού δημοσίου χρέους αφενός οι Θεσμοί δεν λειτούργησαν προληπτικώς και αποτελεσματικώς για την αποτροπή κρίσης και αφετέρου βέβαιον είναι ότι τα αρμόδια Όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνευθύνονται για την «ύπαρξη» και «αναπαραγωγή» του υπερβολικού χρέους του Ελληνικού Κράτους.
            Ζήτημα, όμως, τίθεται και ως προς το «νόμιμο του χρέους» με το «κριτήριο της υπέρβασης». Το πρωτογενές Ενωσιακό Ευρωπαϊκό Δίκαιο θέτει όριο νομιμότητας με βάση τις διατάξεις: α) της παρ. 2β του άρθρου 126 ΣΛΕΕ και β) του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 12, όπου το 60% είναι ο λόγος μεταξύ του δημοσίου χρέους και του ΑΕΠ σε τιμές αγοράς. Αυτό είναι το νόμιμο και αποδεκτό δημόσιο χρέος.
            Συνεπώς, εφόσον η Επιτροπή και το Συμβούλιο επέτρεψαν την υπέρβαση του Ελληνικού χρέους άνω του 60%, έχουν συμπράξει απολύτως στη δημιουργία παράνομου χρέους, με βάση τα κριτήρια της Συνθήκης του Μάαστριχ, αλλά και της Συνθήκης της Λισσαβόνας. (Αυτή η «παράλειψη» τείνει πλέον να καταστεί κανόνας ακόμη και για την ευρωζώνη.)
            Η ανθρωπιστική κρίση στην Ελλάδα είναι γεγονός! Και αυτό συμβαίνει κατά παράβαση των άρθρων 151 και επ. ΣΛΕΕ, δυνάμει των οποίων η Ένωση υπερασπίζεται τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη του Τορίνο και τον Κοινοτικό Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων του 1989, που έχουν ως στόχο τους την προώθηση της απασχόλησης, την βελτίωση της διαβίωσης και της εργασίας και συνιστούν αξιώσεις για την κοινωνική προστασία και την καταπολέμηση του αποκλεισμού. Εφόσον όμως συμβαίνει ανθρωπιστική κρίση στην Ελλάδα εγείρεται το κρίσιμο ερώτημα «τί» πράττουν τα Όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αποκατάσταση της κοινωνικής δικαιοσύνης και της κοινωνικής συνοχής. Είναι σαφές ότι άλλοτε υποκρίνονται, άλλοτε σκοπίμως ενεργούν προς εξυπηρέτηση συμφερόντων και άλλοτε ότι δια αμελείας αδρανούν.
·         ως προς το PSI, την EKT και την αγωγή του Σωματείου «ΕΣΤΑΜΕΔΕ»
            Τεράστιες όμως είναι και οι ευθύνες ως προς το ελληνικό δημόσιο χρέος και του Κεντρικού (και εξόχως κυρίαρχου) Οργάνου που αφορά στην ΕΚΤ. Ασφαλώς υφίστανται δια παραλείψεως ευθύνες της ΕΚΤ αναφορικώς με την κρίση του ελληνικού δημοσίου χρέους και θα πρέπει να απολογηθεί γι’ αυτές.
            Υπ’ όψιν ότι στις 6 Μαΐου 2010 εκδόθηκε από την ΕΚΤ η υπ’ αριθμ. ΕΚΤ 2010/3 - 2010/268/ΕΕ πράξη που φέρει την υπογραφή του Jean-Claude Trichet. Η ΕΚΤ τότε τοποθετήθηκε ευθέως υπέρ των ελληνικών ομολόγων που εκδίδει και εγγυάται η Ελληνική Δημοκρατία. Η ΕΚΤ δε για το πρόγραμμα διάσωσης της ελληνικής οικονομίας ήταν πάντοτε μέλος της «Τρόικα». Τούτο  είναι πασίδηλο γεγονός. Συνεπώς, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, ότι η ΕΚΤ και υπό την ιδιότητά της ως μέλους της «Τρόικα», ήδη από την 21η Ιουλίου 2011, οπότε δημοσίως ανέκυψαν τα ζητήματα για την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους, δεν μετέβαλε πολιτική. Αντιθέτως εξακολουθούσε να εγγυάται τα ελληνικά ομόλογα. Έτσι η ΕΚΤ δημιούργησε δια παραλείψεως, την πεποίθηση ασφάλειας των ελληνικών ομολόγων και εμπέδωσε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη σ’ αυτά. Εξακολουθούσε δε να εγγυάται τα ελληνικά ομόλογα μέχρι την 27η Φεβρουαρίου 2012, οπότε με την υπ’ αριθμόν 2012/2 (2012/133/ΕΕ) πράξη της η οποία υπογράφεται από τον Mario Draghi μετέβαλε πολιτική. Συνεπώς η ΕΚΤ με υπαιτιότητα των προστηθέντων –διοικούντων αυτήν Οργάνων, με ιδιαίτερη καθυστέρηση δεν παρενέβη για την προστασία των ομολογιούχων. Περαιτέρω: Την 5η Μαρτίου 2012 η ΕΚΤ εξέδωσε και νέα πράξη, ήτοι την 2012/153/ΕΕ σχετικώς με την καταλληλότητα των εμπορεύσιμων χρεογράφων εκδόσεως ή πλήρους εγγυήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, με συνέπεια τη δημιουργία μέσω των ρητρών συλλογικής δράσης (Collective Action Clauses -CACs) να ζημιωθούν όχι μόνο ιδιώτες, αλλά και δημόσιοι Οργανισμοί σε  ποσοστό του 53,5%.
            Με τούτα τα δεδομένα αποδεικνύεται πως πέραν της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών, υφίσταται και η γραφειοκρατία της Φρανκφούρτης.
            Πάντως, κατά το μέρος που αφορά στη γραφειοκρατία της Φρανκφούρτης, (μόλις πριν την παρέλευση της πενταετίας-παραγραφής), έσπευσε η ΕΣΤΑΜΕΔΕ, το Σωματείο των Συνταξιούχων ΤΣΜΕΔΕ, και προέβη στην ιστορική πράξη άσκησης αγωγής κατά της ΕΚΤ για τις ευθύνες που την αφορούν ως προς το PSI που κατ’ ουσίαν αφορά OSI. Η Διοίκηση της ΕΣΤΑΜΕΔΕ απέδειξε ότι κάποιες συλλογικότητες στην Ελλάδα αντιδρούν στο πλαίσιο των προνοιών που έχει εγκαθιδρύσει η ενωσιακή έννομη τάξη. Το λόγο συνεπώς, περαιτέρω, έχουν οι Δικαστές του Λουξεμβούργου!..
---------------------------------------------

 * Ο Πέτρος Μηλιαράκης δικηγορεί στα Ανώτατα Ακυρωτικά Δικαστήρια της Χώρας και στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου (ECHR και GC - EU). 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top